7:00π.μ. Καλοκαίρι, στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Καθισμένοι στο τσιμέντο, εκτεθειμένοι στον ήλιο. (Ευτυχώς που ζητήσαμε να παραχωρήσουμε δυο ομπρέλες). Δείχνουν τρομαγμένοι. Κανένας δεν τους εξηγεί γιατί περιμένουν εκεί. Τι θα επακολουθήσει.

Ήταν σε μια βάρκα 26 άτομα, ταξίδεψαν μιάμιση ώρα από τα παράλια της Τουρκίας. Είδαν τον θάνατο με τα μάτια τους, λένε χαρακτηριστικά. Η βάρκα λίγο κόντεψε να βουλιάξει. Τώρα πια στο λιμάνι κι όμως φοβούνται ότι θα τους επαναπατρίσουν. Κανένας δεν υπάρχει να απαντήσει στις ερωτήσεις τους.
Είναι έντονα συγκινησιακά φορτισμένοι. Έχουν υποφέρει πολύ μέχρι να φτάσουν στην Ευρώπη, στον τόπο που έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους.

Και εμείς τι μπορούμε να τους προσφέρουμε? Μια πρώτη ιατρική βοήθεια, λίγο νερό και ψυχολογική στήριξη. Μια ζεστή ανθρώπινη παρουσία.
Τα ρούχα τους είναι μουσκεμένα. Τα παιδιά τρέμουν. Ο γιατρός μας ζητάει από ένα αγοράκι να βγάλει το βρεγμένο μπλουζάκι του κι αυτός αντιδρά. Είναι η αγαπημένη του μπλούζα. Την έχει βάλει ειδικά για το ταξίδι και δεν θέλει να την αποχωριστεί.
Αργότερα θα τους συναντήσουμε στο Κέντρο Κράτησης στην Παγανή. Θα παραμείνουν λίγο στο προαύλιο μέχρι να τους τοποθετήσουν στα αντίστοιχα κελιά. Χαμογελάνε σε μένα και στο γιατρό. Είμαστε τα μόνα τους οικεία πρόσωπα σε εκείνη την φυλακή.

Μπαίνοντας στο κελί μπαίνουν και σε μια καινούργια ψυχολογική διαδικασία. Ανήκουν σε μια μάζα 100 ή παραπάνω ανθρώπων που θα πρέπει να μοιραστούν την ίδια τουαλέτα, το μπάνιο, τα ρούχα, τις οδοντόβουρτσες, τα σαπούνια που θα τους πετάνε από τα κάγκελα. Στα κάγκελα θα πρέπει να συνωστιστούν καλώντας για ό,τι χρειαστούν. Τώρα κλείνονται πιο πολύ στον εαυτό τους. Παγώνουν συναισθηματικά και δύσκολα ανοίγονται. Πολλοί και ιδιαίτερα οι έφηβοι, καυγαδίζουν για ασήμαντους λόγους. Χρειάζεται να κρατάνε αποστάσεις από όλους. Δεν εμπιστεύονται κανένα. Είναι αναγκαίο για την αυτοπροστασία τους.

Από τα κάγκελα κι εγώ προσπαθώ να τους βοηθήσω. Προσπαθώ να βρω κάποιον να μιλάει αγγλικά και με την δική του βοήθεια να ανακαλύψω ποιος έχει ανάγκη από ψυχολογική στήριξη. Μετά εξαρτιέμαι από την καλή θέληση των αστυνομικών αν θα μου επιτρέψουν να τους δω ιδιαιτέρως.

Μέσα από τις συνεδρίες μου μαζί τους μαθαίνω για τις ταλαιπωρίες, τα βάσανα τους. Οι ιστορίες τους έχουν πολύ πόνο, φόβο, αβεβαιότητα. Πραγματικά αναρωτιέμαι που το βρήκαν αυτό το κουράγιο και είναι ακόμη ζωντανοί. Αλλά όλα αυτά δεν με βαραίνουν. Αυτό που δεν αντέχω είναι η συμπεριφορά των υπαλλήλων στο Κέντρο, αστυνομικών και νομαρχιακών. Κι ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι δεν συνεργάζονται μαζί μου.
Μια γυναίκα που ήδη έχω δει σε συνεδρία μου φωνάζει από τα κάγκελα. Υπάρχει μια καινούργια στο κελί τους που όλο κλαίει. Ζητώ από τον αστυνομικό να της επιτρέψει να βγει έξω. Κρατά από το χέρι το 5χρονο αγοράκι της. Ο αστυνομικός επιμένει ότι το αγοράκι θα πρέπει να μείνει μέσα. Δεν έχει την δυνατότητα να βγάζει παραπάνω από ένα άτομο κάθε φορά.
Κι ένας πατέρας δεν έχει δει την οικογένεια του, γυναίκα και τρία ανήλικα παιδιά, για δέκα μέρες. Έχουν ανεμοβλογιά και είναι κλειδωμένοι σε ένα λυόμενο (στο δεύτερο όροφο). Περίμενω την μεσημεριανή βάρδια. Δουλεύει ένας συνεργάσιμος αστυνομικός, ο οποίος και δέχεται να συνοδέψει εμένα και τον πατέρα στο λυόμενο. Ο πατέρας φωνάζει στην οικογένεια του να πλησιάσουν το παράθυρο να μιλήσουν λιγάκι, έστω έξω από τα κάγκελα. Είναι όλοι τόσο χαρούμενοι.

Οι ιστορίες των μεταναστών χωρίς έγγραφα μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Μοιάζουν οι λόγοι που εγκαταλείπουν τις χώρες τους, τα εμπόδια που συναντούν στα ταξίδια τους, η παραμονή τους στα Κέντρα Υποδοχής/Κράτησης. Και τι γίνεται τελικά με το μέλλον τους?

Κωνσταντίνα Μπουγονικολού
Ψυχολόγος – Γιατροί Χωρίς Σύνορα

Ο παραλιακός δρόμος της Πάτρας περνάει μπροστά από το περιφραγμένο με κάγκελα και συρματοπλέγματα λιμάνι της. Απ’ έξω του, συνεχής η παρουσία αστυνομίας. Από μέσα το λιμενικό. Η προσοχή τους στραμμένη στον εντοπισμό και τη σύλληψη των «παράνομων» μεταναστών που έρχονται με χίλιους κίνδυνους από την Ασία και συρρέουν στο λιμάνι, ψάχνοντας την ευκαιρία να τρυπώσουν σε κάποιο φορτηγό για να μεταφερθούν στον τόπο προορισμού τους. Έναν τόπο που άκουσαν ότι μπορεί να βρουν μια καλύτερη ζωή. 

Ο Χαλίντ είναι 26 χρονών. Ζει στον καταυλισμό των μεταναστών χωρίς έγγραφα στην Πάτρα τους τελευταίους εννέα μήνες, καθώς η εμπόλεμη κατάσταση στη χώρα του, το Αφγανιστάν, τον ώθησε σε φυγή. Πρώην τεχνικός ραδιοφώνου και μεταφραστής, σήμερα ζει μαζί με άλλα 700 περίπου άτομα στον καταυλισμό έχοντας αφήσει πίσω του μια οικογένεια και πολλά ανεκπλήρωτα όνειρα. Δίνει καθημερινά τη μάχη του ενάντια στην εξαθλίωση ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο. Ελπίδα που ξαναζωντάνεψε με τη βοήθεια των ΓΧΣ, όπως λέει ο ίδιος.
Η προσπάθεια στήριξης των μεταναστών χωρίς έγγραφα στην Ελλάδα ξεκίνησε στις αρχές του 2008 με μια διερευνητική αποστολή σε τρία κομβικά σημεία, στο κέντρο κράτησης μεταναστών σε Μυτιλήνη και Έβρο και στον καταυλισμό της Πάτρας. Μετά την αξιολόγηση της κατάστασης άρχισε να εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα ιατρικής φροντίδας, ψυχολογικής στήριξης και βελτίωσης των συνθηκών υγιεινής (τουαλέτες, ντους) στις εγκαταστάσεις των μεταναστών σε Πάτρα και Μυτιλήνη. Ταυτόχρονα αρχίσαμε να πραγματοποιούμε καθημερινές επισκέψεις στο κέντρο υποδοχής ανήλικων αλλοδαπών στην Αγιάσσο Μυτιλήνης και να προσφέρουμε ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε όσους καταφθάνουν στο λιμάνι του νησιού.Στον Έβρο οι προσπάθειές μας δε συνεχίστηκαν, καθώς το κέντρο κράτησης στο Πέπλο έκλεισε, πριν ακόμη εξασφαλιστεί η απαιτούμενη άδεια παρέμβασή μας, ενώ στα δύο άλλα κέντρα της περιοχής, Φυλάκιο και Βένα, δεν εφαρμόστηκε κάποιο πρόγραμμα, αφού οι συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών εκεί κρίθηκαν συγκριτικά καλές.Παράλληλα, οι ομάδες μας σε Πάτρα και Μυτιλήνη φρόντισαν να αναδείξουν τα προβλήματα και τη συχνά απάνθρωπη μεταχείριση των ανθρώπων αυτών με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, την κινητοποίηση των αρμόδιων τοπικών αρχών για τη σωστή υποδοχή τους και την άμεση ιατροφαρμακευτική περίθαλψή τους (π.χ. εμβολιασμούς, αναλυτικές εξετάσεις) από τις τοπικές υγειονομικές αρχές.
Τον τελευταίο χρόνο ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ιατρικής περίθαλψης στο κέντρο υποδοχής μεταναστών στη Λαμπεντούζα, ένα νησί νοτιοδυτικά της Σικελίας. Πρόσφατα, μάλιστα, ο αριθμός των μεταναστών αυξήθηκε με 42 κατά μέσο όρο άτομα ημερησίως να φθάνουν στις ακτές, όπου φροντίζουμε να τους εξετάζουμε καλύπτοντας το κενό της τοπικής υγειονομικής περίθαλψης. Περίπου 12.000 με 15.000 μετανάστες εισρέουν ετησίως στο νησί.
Η βόρεια ακτή της χώρας υποδέχεται μεγάλο αριθμό μεταναστών-κυρίως από Σομαλία και Αιθιοπία- στους οποίους οι ΓΧΣ προσφέρουν και πάλι ιατρική φροντίδα. Ταξιδεύουν για ολόκληρες μέρες στοιβαγμένοι κατά 90 ή 100 μέσα σε μικρές βάρκες χωρητικότητας 30 μόλις ατόμων χωρίς φαγητό και προσωπικά αντικείμενα. Αν κάποιοι πεθάνουν από εξάντληση ή αφυδάτωση ρίχνονται στη θάλασσα, ενώ κάποιοι άλλοι αναγκάζονται να πέσουν στο νερό κατά τη διάρκεια της νύχτας, αφού οι λαθρέμποροι που τους μεταφέρουν διώκονται από τις λιμενικές αρχές.Από τις αρχές του 2007 πάνω από 14.000 άνθρωποι προσπάθησαν να φθάσουν στις ακτές της Υεμένης από τους οποίους 350 πνίγηκαν και 272 αγνοούνται.